Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

1821: Η έναρξη της ελληνικής Παλιγγενεσίας

 

Του Νικόλαου Νούλα*

1821 – 2021: Δύο αιώνες συμπληρώνονται εφέτος από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, που αποτελεί κορυφαίο γεγονός της Ιστορίας μας. Ο απελευθερωτικός αγώνας του λαού μας μεταμόρφωσε τον υπόδουλο ελληνισμό, ο οποίος αναγεννήθηκε μέσα από τις στάχτες και τα ερείπιά του. Οι Έλληνες τελικά, ύστερα από έναν εννεαετή πόλεμο γεμάτο από αγώνες και θυσίες, απέκτησαν στις 3 Φεβρουαρίου 1830 την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους. Γι’ αυτό και η ελληνική επανάσταση αποτελεί για όλους εμάς ένα μοναδικό ιστορικό ορόσημο, στο οποίο ανατρέχουμε κάθε φορά που θέλουμε να αντλήσουμε δύναμη και θάρρος μπροστά σε αντιξοότητες και δυσκολίες ή να εμπνευστούμε για τη μετέπειτα πορεία μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αγώνας του 1821 ήταν η μόνη ανά τον κόσμο εξέγερση των ετών 1820-1822, η οποία είχε θετική κατάληξη. Και αυτό γιατί πήρε τη μορφή γνήσιας λαϊκής επανάστασης, συντάραξε την πολιτική σκηνή της Ευρώπης, απασχόλησε την ευρωπαϊκή διπλωματία για χρόνια και προκάλεσε τη δημιουργία του κινήματος του Φιλελληνισμού.

Ως ημερομηνία έναρξης αυτής της εξέργερσης ορίζεται η 22α Φεβρουαρίου 1821, ημέρα κατά την οποία ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, Γενικός Επίτροπος της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, διαβαίνει τον Προύθο ποταμό, το φυσικό σύνορο μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Δύο ημέρες αργότερα, ο Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας θα κηρύξει την επανάσταση στο Ιάσιο, πρωτεύουσα του πριγκιπάτου της Μολδαβίας. Κατά τους επόμενους μήνες, οι ελληνικές δυνάμεις θα πολεμήσουν με ηρωισμό και αυταπάρνηση στο Δραγατσάνι, στο Γαλάτσι, στο Σκουλένι, στη Μονή Σέκκου… Ωστόσο, το κίνημα στη Μολδαβία και στη Βλαχία, το οποίο οργανώθηκε χάρη στις άοκνες προσπάθειες των Φιλικών, κατεστάλη τελικά, καθώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ευόδωσή του. Παράλληλα όμως, η εν λόγω εξέγερση αποτέλεσε την πρώτη σπίθα της Επανάστασης, που γρήγορα διαδόθηκε και σε όλες τις άλλες περιοχές όπου κατοικούσαν οι υπόδουλοι Έλληνες. Σταδιακά, εκδηλώνονται επαναστατικές κινήσεις πρώτα στην Πελοπόννησο και στη Ρούμελη, και έπειτα στην Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στην Κύπρο και στη Μικρά Ασία. Σύντομα, θα διαφανεί ότι ο ελληνισμός κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν είχε την επιχειρησιακή δυνατότητα να απελευθερώσει μια τόσο εκτεταμένη γεωγραφική επικράτεια. Ωστόσο, η επαναστατική σπίθα θα γίνει πυρκαγιά και θα μεταδοθεί με ταχύτατους ρυθμούς στον νότιο ελλαδικό χώρο, όπου κατοικούσαν πυκνοί ελληνικοί πληθυσμοί και συντρέχουν ευνοϊκότατες συνθήκες για την εδραίωσή της. Ενώ ο οθωμανικός στρατός είναι απασχολημένος με την εξέγερση του Αλή Πασά στην Ήπειρο, τα ορεινά, δύσβατα και δυσπρόσιτα εδάφη της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας καταλαμβάνονται από κλέφτες και αρματολούς με τεράστια εμπειρία στον κλεφτοπόλεμο. Εκεί, η Φιλική Εταιρεία είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος, εντάσσοντας στις τάξεις της πολυάριθμα μέλη. Ο τοπικός πληθυσμός, κυρίως αγρότες ελαφρά οπλισμένοι και απειροπόλεμοι, ακολουθούν τους μπαρουτοκαπνισμένους και σκληροτράχηλους οπλαρχηγούς και σπεύδουν να τους συνδράμουν με όλες τις δυνάμεις τους. Την ίδια στιγμή, στη θάλασσα κυριαρχούν τα πλοία Ελλήνων καραβοκύρηδων, τα οποία έχουν μεγάλη εμπειρία σε ναυτικές πολεμικές συγκρούσεις. Χάρη στη διαμορφωθείσα ευνοϊκή συγκυρία, σε διάστημα λίγων εβδομάδων, η επανάσταση απλώνεται σε όλο τον νότιο ελληνικό χώρο. Οι επαναστάτες απωθούν τις οθωμανικές φρουρές από τα φρούρια της Πελοποννήσου και καταλαμβάνουν σημαντικές πόλεις της Πελοποννήσου, όπως η Καλαμάτα και η Πάτρα. Στις 24 Μαρτίου, παίρνει τη σκυτάλη η Ρούμελη, όταν ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας ευλογεί το λάβαρο της Επανάστασης, ενώ στις 27 Μαρτίου ο Πανουργιάς δίνει το σύνθημα για την πολιορκία των Σαλώνων. Κατά τις επόμενες ημέρες, απελευθερώνονται και άλλες σημαντικές πόλεις: το Λιδωρίκι, η Λιβαδιά, η Αταλάντη, η Θήβα. Τον Μάιο του 1821, ο Δημήτριος Μακρής υψώνει το λάβαρο της ελευθερίας και στο επαναστατημένο Μεσολόγγι.

Ο ρόλος της Ρούμελης στην Επανάσταση του 1821

Στη Ρούμελη, οι επαναστατικές συνθήκες ήταν δυσμενέστερες, καθώς επρόκειτο για αραιοκατοικημένη περιοχή, ιδίως στα δυτικά. Επιπλέον, οι προεστοί της Στερεάς Ελλάδας δεν είχαν την πολιτική πείρα των προκρίτων της Πελοποννήσου, ενώ παράλληλα η παρουσία οθωμανικού πληθυσμού και στρατού ήταν εντονότερη, ιδίως στην Εύβοια και στην περιοχή της Λαμίας.  Ωστόσο, οι παραπάνω αρνητικοί παράγοντες αντισταθμίζονταν από την ισχυρή παρουσία φημισμένων κλεφτών και αρματολών που δρούσαν στην περιοχή. Επιπλέον, η  γεωγραφική θέση της Ρούμελης ήταν νευραλγική για την εδραίωση και τη διάσωση του αγώνα, αφού αποτελεί το ανάχωμα, την εμπροσθοφυλακή απέναντι σε κάθε πολεμική επιχείρηση των Οθωμανών που επιχειρούν να καταπνίξουν την επανάσταση στον νότιο ελλαδικό χώρο.

Ήδη από τον Απρίλιο του 1821, οι ελληνικές δυνάμεις υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν και να καθυστερήσουν τη στρατιά του Κιοσέ Μεχμέτ Πασά και του Ομέρ Βρυώνη, στην ένδοξη μάχη της Αλαμάνας, όπου μαρτύρησε ο Αθανάσιος Διάκος. Λίγες ημέρες αργότερα, στο Χάνι της Γραβιάς, ο Οδυσσέας Ανδρούτος, μαζί με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη θα επιτύχουν ένα αποφασιστικό χτύπημα απέναντι στον Ομέρ Βρυώνη, ματαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δεύτερη απόπειρα εισβολής την Πελοπόννησο. Θα ακολουθήσει μια εξαιρετικά σημαντική νίκη στα Βασιλικά Φθιώτιδας (25 – 26 Αυγούστου 1821), όπου θα αποδεκατισθεί ο στρατός του Μπεϊράν πασά.  Ο ρόλος της Ρούμελης στην επανάσταση δεν περιορίζεται φυσικά στα σπουδαία και ηρωικά κατορθώματα του πρώτου έτους, που αναφέρθηκαν ενδεικτικά παραπάνω. Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, οι Ρουμελιώτες έχυσαν το αίμα τους και πρωτοστάτησαν σε σπουδαία γεγονότα. Αξίζει να θυμίσουμε τη μάχη στο Κεφαλόβρυσο (Αύγουστος 1923), όπου πληγώθηκε θανάσιμα ο Μάρκος Μπότσαρης. Κορυφαία στιγμή του εννεαετούς αγώνα για την ανεξαρτησία αποτελούν οι ηρωικές πολιορκίες του Μεσολογγίου και φυσικά η τραγική Έξοδος. Λίγους μήνες μετά την Έξοδο, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, με τη νικηφόρα μάχη της Αράχοβας (1826), σε μια από τις κρισιμότερες στιγμές της επανάστασης, κατάφερε να αναπτερώσει το φρόνημα του πληθυσμού. Τέλος, η μάχη στην Πέτρα Βοιωτίας (1829), αποτελεί και την τελευταία πολεμική αναμέτρηση του Αγώνα. Τότε, η νίκη του Δημήτριου Υψηλάντη απέναντι σε επίλεκτες τουρκικές δυνάμεις, εξασφάλισε στον Καποδίστρια ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για την οριστικοποίηση των συνόρων του πρώτου ελληνικού κράτους.

Οι σκληρές αυτές αναμετρήσεις που έλαβαν χώρα στη Ρούμελη είναι άμεσα συνυφασμένες με τον χαρακτήρα των κατοίκων της, που πήραν τη μεγάλη απόφαση να απελευθερωθούν ή να πεθάνουν το 1821. Στην πλειοψηφία τους ήταν άνθρωποι αγράμματοι, σκληροτράχηλοι, μαθημένοι να ζουν μέσα σε ανυπέρβλητες αντιξοότητες, λαξευμένοι μέσα στο σίδερο και στη φωτιά. Διακατέχονταν από έντονα πάθη και ρίχτηκαν στον αγώνα με όλη τους την ψυχή. Η συνεισφορά τους στην απελευθέρωση των Ελλήνων ήταν ανεκτίμητη, καθώς οι άνθρωποι αυτοί διακατέχονταν από λατρεία για την αλήθεια και την αρετή, από αίσθημα χρέους, από λεβεντιά, από υπερήφανη αλλά όχι αλαζονική στάση απέναντι στη ζωή. Ήταν φορείς αυτού του ακατάβλητου ελληνικού φρονήματος, που μας καλεί να είμαστε μαχητές και να αισθανόμαστε συνυπεύθυνοι για την πορεία και το μέλλον αυτού του τόπου. Από αυτό το πνεύμα εμφορούνταν οι Έλληνες του ’21 και αυτή την Ελλάδα προσπάθησαν να αναστήσουν.

 

Αν θα θέλαμε, λοιπόν, να προβούμε σε μια απότιμηση των σπουδαίων αυτών γεγονότων στην αίσια έκβαση του Αγώνα για την ελευθερία, θα έπρεπε να ανατρέξουμε στα λόγια του Ρουμελιώτη αγωνιστή του ’21, του στρατηγού Μακρυγιάννη: «Πατρίς, να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν για σένα, να σ’αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μια φορά ελεύθερη πατρίδα, που ήσουνα χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Όλους αυτούς να τους μακαρίζεις. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνεις εκείνους που πρωτοθυσιάστηκαν στην Αλαμάνα, πολεμώντας με τόση δύναμη Τούρκων· κι εκείνους που αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μια μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, στο Χάνι της Γραβιάς· κι εκείνους που λιώσανε τόση Τουρκιά και πασάδες στα Βασιλικά· κι εκείνους που αγωνίστηκαν σα λιοντάρια στη Λαγκάδα του Μακρυνόρου, όπου πολεμήθηκαν συγχρόνως σ’αυτές τις δυο θέσες πού’ναι τα κλειδιά σου -ένα η Πόρτα του Μακρυνόρου, και τ’άλλο των Θερμοπύλων. Κι αφού πήγανε κι από τα δυο μέρη ν’ανοίξουνε δρόμο οι Τούρκοι, εκείνοι οι αθάνατοι, τόσοι λίγοι, ογδόντα ένας στη Λαγκάδα, γιόμωσαν τον τόπο κόκαλα εκεί. Και τους καταδιάλυσαν, εκείνοι οι ολίγοι, στ’άλλο μέρος των Θερμοπύλων κι άλλού. Αυτήνοι σε ανάστησαν» (Β’ 67 – 68).

Κατά τα χρόνια της επαναστατημένης Ελλάδας, ακουγόταν συχνά η εξής η λαϊκή ρήση: «Η Ρούμελη έχει τη λεβεντιά, ο Μοριάς την πονηριά και το νησί το γρόσι». Εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι ο λαός επαληθεύεται στα λεγόμενά του, καθώς αυτοί ήταν και οι βασικοί παράγοντες που μας απελευθέρωσαν: η λεβεντιά, η ανδρεία, η γενναιοφροσύνη σε συνδυασμό με την ευφυΐα, τη στρατηγική και την πολιτική πείρα (των προκρίτων). Εννοείται, βέβαια, ότι για την πραγματοποίηση του Αγώνα απαιτούνταν χρήματα, τα οποία προσέφεραν κατεξοχήν οι ευκατάστατοι έμποροι και καραβοκύρηδες. Γι’ αυτό και η επιτυχής έκβαση της Επανάστασης οφείλεται στη συνεισφορά όλων των Ελλήνων, που προσέφεραν ό,τι πολυτιμότερο είχαν για την ανάσταση του Γένους. Αυτό ας αποτελεί δίδαγμα για όλους εμάς, τους σύγχρονους Έλληνες, για το πώς μπορούμε να πορευτούμε στο παρόν και στο μέλλον. Η συλλογικότητα, η ομόνοια, η συνεργασία και η ανιδιοτελής προσφορά ας χαρακτηρίζουν τις πράξεις και τις επιλογές μας.

*Ο Νικόλαος Νούλας είναι εκπαιδευτικός - Γενικός Διευθυντής Λεοντείου Σχολής Αθηνών και Πρόεδρος Πνευματικού Κέντρου Ρουμελιωτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: