Προς μεγάλη μας λύπη, παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες, κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων στη περιοχή μας, παρόλο που επί σειρά μηνών αποτελέσαμε θετική εξαίρεση στην «χαρτογράφηση» της διασποράς. Έγινε γνωστό και πλέον αποτελεί ζήτημα διερεύνησης από τις αρμόδιες αρχές, ότι η διασπορά οφείλεται σε ηθελημένη επιλογή συμπολιτών μας να απέχουν από την τήρηση μέσων ατομικής –και κατ’επέκταση συλλογικής –προστασίας.
Η τυχόν ύπαρξη παράνομων συμπεριφορών που κατέληξαν στην διασπορά του ιού είναι αντικείμενο έρευνας των αρμόδιων αρχών και σε αυτές οφείλουμε να έχουμε εμπιστοσύνη, ειδικά εν καιρώ σοβαρής υγειονομικής κρίσης, όπως αυτός που διάγουμε το τελευταίο χρόνο.
Στα πλαίσια αυτών των τελευταίων εξελίξεων, είναι αναγκαίο να γίνει μία αξιολόγηση από νομικής πλευράς των συμπεριφορών που μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της διασποράς.
Ο προσδιορισμός του εννόμου αγαθού, το οποίο είτε απειλείται είτε προσβάλλεται με την εγκληματική ενέργεια αποτελεί την βάση λειτουργίας του Ποινικού Δικαίου. Ως έννομο αγαθό ορίζεται γενικά το στοιχείο που προστατεύεται από το δίκαιο και που προσβάλλει ο δράστης κάποιου εγκλήματος με τις ενέργειές του, προκαλώντας ανισορροπία στο σύστημα αξιών μίας οργανωμένης κοινωνίας. Ο βαθμός της εκδηλούμενης από τον δράστη απαξίωσης της σημαντικότητας του έννομου αγαθού που προστατεύεται είναι παράγοντας που προσδιορίζει το ύψος της ποινής για την διάπραξη του εγκλήματος.
Υπό το πρίσμα αυτών των βασικών αρχών του Ποινικού Δικαίου, θα πρέπει να αξιολογήσουμε την στάση συμπολιτών μας, που είτε δεν πιστεύουν ότι υφίσταται ο ιός Covid-19, είτε αρνούνται να χρησιμοποιήσουν μάσκα, είτε πιστεύουν ότι αυτούς αποκλείεται να τους «πλησιάσει» ο ιός, είτε αδιαφορούν απλώς στο ενδεχόμενο οι ίδιοι να τον διασπείρουν…
Εδώ θα πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός μεταξύ της αναγκαιότητας λήψης μέτρων ατομικής προστασίας –τα οποία κατ’ επέκταση αποτελούν μέσα προστασίας των συνανθρώπων μας-και των μέτρων που λαμβάνονται από την Πολιτεία για τον περιορισμό της δραστηριότητας, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνωστισμό.
Στα πρώτα ανήκουν φυσικά η χρήση μάσκας και η προσωπική επιλογή του καθενός από εμάς να αποφεύγουμε των συνωστισμό και συγχρωτισμό στις απλές καθημερινές εκφάνσεις της ζωής μας, όταν μάλιστα αυτό δεν είναι απαραίτητο για οποιονδήποτε λόγο.
Φυσικά δεν μπορούμε να μην είμαστε κριτικοί απέναντι στα μέτρα της Πολιτείας που αφορούν στο περιορισμό της δραστηριότητας. Η σκοπιμότητα και η αποτελεσματικότητα αυτών κρίνεται εκ του αποτελέσματος και είναι συνάρτηση της κοινωνικής και οικονομικής ζημίας που προκαλείται από τον περιορισμό των δραστηριοτήτων και του βαθμού περιορισμού της διασποράς που εντέλει επιτυγχάνεται.
Εδώ, όμως δεν θα ήθελα να σταθώ στην κριτική της Πολιτείας. Το αποτέλεσμα των επιλογών της θα κριθεί στο σύνολό του με το πέρας της δυσάρεστης αυτής συγκυρίας για την Χώρα μας και με χρήση των μηχανισμών που μας παρέχει η Δημοκρατία.
Οι προσωπικές μας επιλογές όμως, του καθενός από εμάς σε αυτή τη Χώρα και σε αυτό τον τόπο που διαμένουμε, είναι αυτές που χρήζουν άμεσης θεώρησης και σίγουρα παρέμβασης από τους αρμόδιους ελεγκτικούς φορείς.
Η επιλογή της αμφισβήτησης σχετικά με την ύπαρξη του ιού ή σχετικά με το αν μεταδίδεται ή όχι, όπως οι επιστήμονες μας έχουν ενημερώσει, είναι μία προσωπική επιλογή που θα ήταν πραγματικά αδιάφορη για το κοινωνικό σύνολο, εάν αυτή δεν συνοδευόταν από τη μη τήρηση απλών κανόνων ατομικής προστασίας.
Είναι δικαίωμα του καθενός να μην πιστεύει στην ύπαρξη του ιού, αλλά είναι εγκληματική ενέργεια που προσβάλει το έννομο αγαθό της υγείας, η επιλογή κάποιου να μην φοράει μάσκα και να μεταδίδει ανεξέλεγκτα τον ιό, μέσω της καθημερινής του ζωής. Για τον προσδιορισμό της επικινδυνότητας αυτής της επιλογής, εκτός από το αποτέλεσμα που είναι η έκταση της διασποράς, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο βαθμός απαξίωσης που εκδηλώνει το άτομο έναντι του αγαθού της δημόσιας υγείας που θέτει σε κίνδυνο με την επιλογή του.
Η μη χρήση μάσκας και ο συγχρωτισμός κατ’επιλογή, (σε κηδείες, γάμους κατ’οίκον συναθροίσεις και συνεστιάσεις), και χωρίς προφανή και αναπόδραστη αιτία, είναι ποινικά κολάσιμες πράξεις και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπίζονται, αφού μάλιστα αυτές είναι δυνατόν να επιφέρουν ακόμη και το θάνατο ενός ανθρώπου.
Ο Ποινικός Κώδικας(Ν. 4619/2019), προβλέπει και ορίζει στο άρθρο 285 ότι:
« 1 .Όποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται: α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ζώα, β) με φυλάκιση και χρηματική ποινή αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος μετάδοσης της ασθένειας σε αόριστο αριθμό ανθρώπων. 2. Αν η παραβίαση είχε ως αποτέλεσμα μεταδοθεί η ασθένεια σε ζώα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, και αν είχε ως αποτέλεσμα να μεταδοθεί σε άνθρωπο, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη. 3. Αν η παραβίαση είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.4. Όποιος στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 παραβιάζει τα μέτρα από αμέλεια, τιμωρείται: α) στην περίπτωση του στοιχείου α` με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας και β) στην περίπτωση του στοιχείου β` με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή.»
Αλήθεια, υποδηλώνει κοινωνική «υγεία» ο επιβεβλημένος σεβασμός στον συνάνθρωπο μέσω μίας επαπειλούμενης ποινής ή πρέπει να επιδιώξουμε ατομικά και συλλογικά να είναι βιωματική και συνειδητή η επιλογή αυτή, από την πρώτη κιόλας στιγμή της ένταξής μας σε μία οργανωμένη κοινωνία και ειδικά σε περιόδους κρίσης;
*Η Σταυρούλα Πήττα είναι Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας
Πηγή https://www.fokidanews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου