Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Μνήμη Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ: Ελάχιστο αντίδωρο


Άρθρο του Καθηγητή στο Χάρβαρντ και Προέδρου του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών Παναγιώτη Ροϊλού για την Ελένη Αρβελέρ που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 21 Φεβρουαρίου 2026)

Γεννημένη από Μικρασιάτες γονείς, μεγαλωμένη στην προσφυγική γειτονιά του Βύρωνα, γαλουχημένη με την γαλλική παιδεία, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ενσάρκωσε ένα σπάνιο, πολύτιμο κράμα πολιτισμικών καταβολών και πνευματικής δημιουργίας. Είναι, ίσως, αυτές οι καταβολές και η μετέπειτα συστηματική τους συνειδητοποίηση, καλλιέργεια και διερεύνηση που την οδήγησαν στην απόφαση να μελετήσει με παροιμιώδη τόλμη μία από τις πιο παρεξηγημένες (όχι μόνο στην εποχή που ξεκίνησε τις σπουδές της, αλλά ακόμη και μέχρι σήμερα, σε συγκεκριμένους ερευνητικούς χώρους), αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσες περιόδους της ευρωπαϊκής ιστορίας: το Βυζάντιο.
Η οπτική της, τόσο η επιστημονική όσο και η ευρύτερη πνευματική, ήταν συχνά πολυφασματική, αν και η κύρια της εστίαση παρέμεινε ελληνοκεντρική. Έχοντας συνείδηση της δυναμικότητας του κράματος—σας θυμίζω το καβαφικό «είμεθα ένα κράμα εδώ»—, η ματιά της ήταν ουσιαστικά ελληνική, όπως και η προσωπικότητά της εν γένει—σας θυμίζω επίσης και το καβαφικό «Είμαι κι εγώ ελληνικός. Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε ελληνίζων, αλλά ελληνικός». Η ελληνική, λοιπόν, Ελένη, Γλύκατζη αλλά και Αρβελέρ, ανάμεσα στα πολλά άλλα της θρυλικά επιτεύγματα, κατάφερε, οπλισμένη με τη συνείδηση της δυναμικότητας του κράματος (πολιτισμικού, αλλά και πολιτικού και κοινωνικού), την όποια τυχόν αδυναμία τής εκ των πραγμάτων σχεδόν «εκ-κεντρικής», σε κάποια περιβάλλοντα, θέσης της (Ελληνίδα στην Γαλλία/γαλλοτραφής στην Ελλάδα) να την μετατρέπει σε πηγή τεράστιας έμπνευσης και πρωτοποριακής δημιουργικότητας. Άλλωστε, αυτή πάντα το «αδύνατο» το έφερνε στο μέτρο του δικού της θρυλικού «δυνατού». Είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους που με το απαράμιλλο πνευματικό τους σθένος και την ακαταπόνητη εργασία τους μπορούν, από την έτσι εννοούμενη «εκ-κεντρικότητα», να κερδίσουν το επί-κεντρο των χώρων και των χωρών όπου κινούνται και να εδραιωθούν σε αυτό: κεντρική μορφή της πνευματικής ζωής της Γαλλίας, η Ελληνίδα Αρβελέρ, κεντρική μορφή της πνευματικής ζωής της Ελλάδας, η «γαλλική» Γλύκατζη, για τουλάχιστον πέντε δεκαετίες δέσποζε και στις δύο χώρες στους χώρους της επιστήμης αλλά και, ευρύτερα, των πολιτιστικών δρωμένων. Η πρώτη γυναίκα πρύτανις της Σορβόνης, αργότερα επικεφαλής της Ακαδημίας του Παρισιού, Πρόεδρος του Κέντρου Georges Pompidou, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών για σχεδόν τριάντα χρόνια, επίτιμος διδάκτωρ πολλών Πανεπιστημίων, υπήρξε από τις κεντρικότερες προσωπικότητες των ευρωπαϊκών γραμμάτων.
Στον χώρο της επιστήμης, η συμβολή της στην ανάδειξη της σπουδαιότητας του Βυζαντίου υπήρξε καθοριστική. Κατόρθωσε (δύσκολο, πράγματι, επίτευγμα, κυρίως για την εποχή της) να αναδείξει το Βυζάντιο ως κατεξοχήν τμήμα της ευρωπαϊκής ιστορίας, αλλά και κάτι ακόμη περισσότερο: ως, ουσιαστικά, την πρώτη εκδοχή αυτού που μετέπειτα θα ορισθεί ως ευρωπαϊκός πολιτισμός/ευρωπαϊκότητα, ένα κράμα, δηλαδή, του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον χριστιανισμό και την ρωμαϊκή κληρονομιά (ως προς την διοίκηση, κυρίως, και το δίκαιο). Σημαντικοί σταθμοί στην ιστορία του Βυζαντίου ήταν τα βιβλία της Byzance et la mer (Το Βυζάντιο και η θάλασσα, 1966) και L’idéologie politique de l’Empire byzantin (Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, 1973). Το πρώτο ήταν ενδελεχέστατο ως προς την μελέτη του Βυζαντίου ως θαλασσοκρατίας, από την εποχή του Ιουστινιανού μέχρι την άλωση. Το δεύτερο έθεσε ουσιαστικά τα θεμέλια για την διερεύνηση του χώρου που δηλώνεται από τον ίδιο τον τίτλο του: τη σταδιακή διαμόρφωση και τις προσαρμογές μέσα στο χρόνο της πολιτικής ιδεολογίας του Βυζαντίου (που στηριζόταν κυρίως στον συνδυασμό της ρωμαϊκής πολιτικής ταυτότητας με την χριστιανική θρησκευτική) και των μηχανισμών έμμεσης ή άμεσης επιβολής της. Ήταν πρωτοποριακή μελέτη που ακόμη και σήμερα θεωρείται σπουδαιότατο έργο αναφοράς.
Πριν τρεισήμισι χρόνια, με αφορμή την τελετή μετονομασίας κεντρικής αίθουσας του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών σε «Αίθουσα Ελένης Αρβελέρ» και αναγόρευσής της σε Επίτιμο Πρόεδρο του Κέντρου, είχα τονίσει ότι η επιστήμων Αρβελέρ ήταν υπόδειγμα ιστορικού που συνέβαλε στην προώθηση όχι μόνο της Historie του Βυζαντίου, αλλά, κυρίως, της Geschichte του. Η θεωρητική διάκριση μεταξύ των δύο εννοιών οφείλεται στον ευφυέστατο και εξαιρετικά επιδραστικό (παρά την αμετανόητη βαρβαρότητα των πολιτικών επιλογών του) φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγγερ: η Historie αναφέρεται σε αυτό που θα ονομάζαμε «ιστοριογραφία», ενώ η Geschichte στην διάγνωση και ανάδειξη του Geschick («πεπρωμένου»)—ή αυτού που ο Walter Benjamin, με όρους πλατωνικούς προσαρμοσμένους στις δικές του αναλυτικές προτεραιότητες, θα όριζε ως την πραγματωθείσα «ιδέα»—μιας εποχής. Ωστόσο, πέρα απ’ αυτό, ως ιστορικός και σπουδαία μορφή της πολιτιστικής ζωής της Ελλάδας και της Γαλλίας, η Αρβελέρ πέτυχε κάτι ακόμη πιο αξιοθαύμαστο: συνέβαλε η ίδια στην διαμόρφωση του Geschick, της «ιδέας» μιας ολόκληρης εποχής και στις δύο χώρες.
Επιτρέψτε μου εδώ, πολύ σύντομα να διατρέξω τις τρεις δεκαετίες της Προεδρίας της στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, για να επισημάνω κάποιες μόνο από τις σπουδαιότατες πρωτοβουλίες της. Kατά την θητεία της αναπτύχθηκαν περαιτέρω οι Διεθνείς Συναντήσεις Αρχαίου Δράματος και καθιερώθηκε (από το 2000 κ.ε.) η μονιμότερη συνεργασία του Κέντρου Δελφών με το Εθνικό Θέατρο. Πραγματοποιήθηκαν επίσης μεγάλες επιστημονικές και καλλιτεχνικές συναντήσεις. Ενδεικτικά να σημειώσω το Έτος Σωκράτη (2001), την διεθνή συνάντηση, Απόλλων (2003), το Έτος Περικλέους (2005), επιπλέον συνέδρια όπως Από τον Διαφωτισμό στις Επαναστάσεις: Ο Ρήγας και ο κόσμος του (1998), Μαραθώνας: Η επόμενη ημέρα (2010), Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (2011) και πολλά άλλα. Επίσης, σημαντικές εικαστικές εκθέσεις που άφησαν εποχή, ενώ, χάρη στην ίδια, το Κέντρο απέκτησε την συλλογή του έργων του ελληνικής καταγωγής Γάλλου υπερρεαλιστή ζωγράφου Mayo. Το όραμά της συνέβαλε αποφασιστικά στον διεθνή προσανατολισμό του Κέντρου και την εδραίωσή του ως πραγματικά και ουσιαστικά «Ευρωπαϊκού» και συνεχίζει να εμπνέει τις πρωτοβουλίες του.
Η συγγραφή του παρόντος κειμένου με αφορμή την εκδημία της Ελένης Αρβελέρ και του τεράστιου κενού που αυτή αφήνει πίσω της, επέχει την θέση ελάχιστου, πρώτου μνημόσυνου της ζωής της και φόρου τιμής στην απαράμιλλη πολύπλευρη παρακαταθήκη της. Tέτοιες εκφράσεις αποτίμησης και μνήμης, όπως και η ίδια η αφορμή τους, διακόπτουν, με την τελετουργική τους σεμνότητα, την ροή του καθημερινού χρόνου, και προάγουν μία διαφορετική από την συνήθη σύλληψη και βίωση της χρονικότητας: το παρελθόν, μέσω της ανάκλησης/ανάμνησης του στο παρόν, στο σήμερα, αποκτά την δυναμική ενός παραδειγματικού προτύπου που υποδεικνύει τρόπους δράσης και σκέψης οι οποίοι υπερβαίνουν την μηχανιστικά προσδιοριζόμενη ροή του χρόνου και συνεπώς επιβάλλονται ως υποδείγματα πέραν του ευθύγραμμου χρόνου, δηλαδή επαναλαμβανόμενα, άρα και σχετικά με το εκάστοτε μέλλον. Κάτι αντίστοιχο είχε πει, σας θυμίζω, και ο Θουκυδίδης, πολύ πιο απλά και πιο καίρια.
Για εμένα, που είχα την ευλογία να με συνδέει μαζί της στενή σχέση αμοιβαίας αγάπης και να την ακούω συχνά να με αποκαλεί με αφειδώλευτη γενναιοδωρία παιδί της, η Ελένη Αρβελέρ θα συνεχίζει να είναι αστείρευτη πηγή έμπνευσης. Η μνήμη της δεν είναι δυνατόν να «εορτάζεται» ως παρελθόν. Απεναντίας, μετατίθεται στην σφαίρα ενός διαρκώς ανανεούμενου παροντικού γίγνεσθαι: το έργο της θα είναι «κτῆμα» όλων μας «ἐς ἀεί».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου